HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αφέλεια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός αφελούς
  2. είδος χτενίσματος που καλύπτει το μέτωπο
    plural-normally

Ισοδύναμα

35 more languages
العربيةسذاجة
Azərbaycan dilisadəlöhvlük
Gàidhligsoineanntachd
Magyarnaivitás
日本語幼稚
한국어순진
Kurdîbang
LëtzebuergeschNaivitéit
Latviešunaivitāte
Slovenčinanaivnosť
Türkçeçocuksuluk
Українськанаївність

Παραδείγματα

“※ Παραμένει ο γνωστός μας «καρπαζοεισπράκτορας», που υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα στην τύχη του, θεωρεί «φυσική» την υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων και δε φροντίζει παρά για το πώς θα εξασφαλίσει το καθημερινό του, εκμεταλλευόμενος τη δικιά του «ατσιδωσύνη» και την αφέλεια των άλλων (Βάσος Βαρίκας, Κριτική θεάτρου, 1972, σελ. 14)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αφέλεια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free