Meaning of αφέλεια | Babel Free
Ορισμοί
- η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός αφελούς
-
είδος χτενίσματος που καλύπτει το μέτωπο plural-normally
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Παραμένει ο γνωστός μας «καρπαζοεισπράκτορας», που υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα στην τύχη του, θεωρεί «φυσική» την υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων και δε φροντίζει παρά για το πώς θα εξασφαλίσει το καθημερινό του, εκμεταλλευόμενος τη δικιά του «ατσιδωσύνη» και την αφέλεια των άλλων (Βάσος Βαρίκας, Κριτική θεάτρου, 1972, σελ. 14)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.