HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αφέλεια | Babel Free

Noun feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός αφελούς
  2. είδος χτενίσματος που καλύπτει το μέτωπο
    plural-normally

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Παραμένει ο γνωστός μας «καρπαζοεισπράκτορας», που υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα στην τύχη του, θεωρεί «φυσική» την υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων και δε φροντίζει παρά για το πώς θα εξασφαλίσει το καθημερινό του, εκμεταλλευόμενος τη δικιά του «ατσιδωσύνη» και την αφέλεια των άλλων (Βάσος Βαρίκας, Κριτική θεάτρου, 1972, σελ. 14)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αφέλεια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course