αφέλεια
Ορισμοί
- η ιδιότητα ή η συμπεριφορά ενός αφελούς
-
είδος χτενίσματος που καλύπτει το μέτωπο plural-normally
Ισοδύναμα
35 more languages
العربيةسذاجة
Azərbaycan dilisadəlöhvlük
Catalàsimplicitat
Suomiherkkäuskoisuushyväuskoisuuslapsekkuuslapsellisuuslapsenmielisyyslapsenomaisuusnaiiviuspenikkamaisuuspentumaisuussinisilmäisyys
Gàidhligsoineanntachd
Magyarnaivitás
Հայերենմիամտություն
日本語幼稚
한국어순진
Kurdîbang
LëtzebuergeschNaivitéit
Latviešunaivitāte
Slovenčinanaivnosť
Türkçeçocuksuluk
Українськанаївність
Παραδείγματα
“※ Παραμένει ο γνωστός μας «καρπαζοεισπράκτορας», που υποτάσσεται αδιαμαρτύρητα στην τύχη του, θεωρεί «φυσική» την υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων και δε φροντίζει παρά για το πώς θα εξασφαλίσει το καθημερινό του, εκμεταλλευόμενος τη δικιά του «ατσιδωσύνη» και την αφέλεια των άλλων (Βάσος Βαρίκας, Κριτική θεάτρου, 1972, σελ. 14)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free