HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of λιτότητα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/liˈto.ti.ta/

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του λιτού, το να αρκείται κανείς σε λίγα
  2. ο περιορισμός των εξόδων
  3. η ιδιότητα του λιτού, η απλότητα
  4. το σχήμα λόγου, με το οποίο, αντί να δηλωθεί η έντονη κατάφαση, εκφράζεται η αντίθετή της άρνηση
    literary

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“οι Λακεδαιμόνιοι ήταν γνωστοί για τη λιτότητα της ζωής τους”
“προϋπολογισμό λιτότητας καταρτίζει η νέα κυβέρνηση”
“το κείμενο χαρακτηρίζει η λιτότητα των εκφραστικών μέσων”
“Με το σχήμα λιτότητας λέμε «Δεν είναι πολύ γενναίος», αντί να πούμε «είναι δειλός»”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See λιτότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course