Meaning of λιτότητα | Babel Free
/liˈto.ti.ta/Ορισμοί
- η ιδιότητα του λιτού, το να αρκείται κανείς σε λίγα
- ο περιορισμός των εξόδων
- η ιδιότητα του λιτού, η απλότητα
-
το σχήμα λόγου, με το οποίο, αντί να δηλωθεί η έντονη κατάφαση, εκφράζεται η αντίθετή της άρνηση literary
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“οι Λακεδαιμόνιοι ήταν γνωστοί για τη λιτότητα της ζωής τους”
“προϋπολογισμό λιτότητας καταρτίζει η νέα κυβέρνηση”
“το κείμενο χαρακτηρίζει η λιτότητα των εκφραστικών μέσων”
“Με το σχήμα λιτότητας λέμε «Δεν είναι πολύ γενναίος», αντί να πούμε «είναι δειλός»”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.