Meaning of αραλίκι | Babel Free
Ορισμοί
- το άνοιγμα, η ρωγμή, η χαραμάδα
- η ευκαιρία
- η κατάσταση κατά την οποία χαλαρώνεις και δεν ασχολείσαι με τίποτα
- η τεμπελιά, η ανάπαυση, η χαλάρωση, το χουζούρι
- η κατάσταση άνετης διαβίωσης
Παραδείγματα
“※ Το ξύλινο πάτωμα, με τα μεγάλα αραλίκια που άφηναν τα σανίδια, έτριζε σε κάθε μου βήμα. (Γιάννης Ξανθούλης (2008) Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων [μυθιστόρημα])”
“μετά τις εξετάσεις το 'ριξε στο αραλίκι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.