Meaning of ακηδία | Babel Free
/a.ciˈði.a/Ορισμοί
αθυμία και ανορεξία που κάνει έναν άνθρωπο απρόθυμο, αμελή ή αδιάφορο
formal
Ισοδύναμα
English
Listlessness
Παραδείγματα
“※ γιὰ νὰ τοὺς πάρει ἕνα ἕνα // τ' ἄδεια κεφάλια καὶ νὰ νιώσει / (γιὰ τ' ἄλλα εἶχε μετανιώσει) // πολὺ βαθιὰ τὴν ἀηδία / προτοῦ δοθεῖ στὴν ἀκηδία. (Δ. Καψάλης, «Μικρὴ νυχτερινὴ ἱστορία», 2, Μιὰ ὑπόθεση εὐδαιμονίας, Ἀθήνα 2014)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.