Meaning of απόπλους | Babel Free
/aˈpo.plus/Ορισμοί
- η αναχώρηση πλοίου από λιμάνι, όρμο, παράλια ή πλωτή εγκατάσταση
-
αιτιατική πληθυντικού του απόπλους accusative, plural
Παραδείγματα
“Οι απόπλοι όλων των πλοίων απαγορεύτηκαν λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής.”
The departures of all ships were prohibited due to rough seas.
“Λόγω ισχυρών ανέμων απαγορεύτηκε ο απόπλους όλων των πλοίων από το λιμάνι.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.