Meaning of ιστιοπλοΐα | Babel Free
/i.sti.o.ploˈi.a/Ορισμοί
ναυτάθλημα, η τέχνη της διακυβέρνησης ενός ιστιοπλοϊκού για λόγους αναψυχής ή συμμετοχής σε αντίστοιχα αγωνίσματα
Ισοδύναμα
English
sailing
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.