HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of απομείωση | Babel Free

Noun CEFR B2
/a.poˈmi.o.si/

Ορισμοί

  1. μείωση
  2. η μείωση της αξίας περιουσιακού στοιχείου, στην τρέχουσα αγοραία αξία του

Ισοδύναμα

English Impairment

Παραδείγματα

“※ Νέα απομείωση χρέους το φθινόπωρο (εφημερίδα Έθνος, 18/2/2013)”
“η απομείωση του λογισμικού είναι σημαντική λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See απομείωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course