HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δυσλειτουργία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Standard
/ðiz.li.tuɾˈʝi.a/

Ορισμοί

η κακή λειτουργία (μηχανήματος, συστήματος, οργάνου, θεσμού κλπ)

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Όπως ο εκκεντρικός άνεργος ή ο συμβασιούχος γίνονται θέαμα μέσα από πράξεις αυτοεξευτελισμού (π.χ. τηλεοπτικά μεταδιδόμενη απόπειρα αυτοκτονίας ή αυτοβασανισμός ή δημόσια έκθεση οικογενειακών δυσλειτουργιών), έτσι και ο τηλεσχολιαστής αυτοσκηνοθετείται για τις ανάγκες του θεάματος (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών. Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)”
“※ Έτσι τα κακώς κείμενα, οι αντιφάσεις, οι δυσλειτουργίες, οι ανεπιείκειες και οι αδικίες του κόσμου δεν θα αίρονταν ως δια μαγείας και από μόνες του (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δυσλειτουργία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course