Meaning of δυσλειτουργικότητα | Babel Free
Ορισμοί
το να δυσλειτουργεί κάτι, η ιδιότητα ή η κατάσταση τού δυσλειτουργικού
Ισοδύναμα
English
dysfunctionality
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.