Meaning of ανώφλι | Babel Free
Ορισμοί
οριζόντιο δοκάρι, από ξύλο, πέτρα ή μέταλλο, που αποτελεί το πάνω μέρος ενός ανοίγματος τοίχου και συγκρατεί την τοιχοποιία
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.