αντιπύρ
Ορισμοί
ελεγχόμενη φωτιά η οποία ανάβεται με σκοπό να ανακόψει την πορεία άλλης, ανεξέλεγκτης πυρκαγιάς, συνήθως σε χρήση σε δασικές εκτάσεις
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Τη δυνατότητα χρήσης του αντιπυρός και της κατάκαυσης θα έχουν στο εξής οι δυνάμεις της Πυροσβεστικής. (Φωτιές: Τι είναι η μέθοδος «αντιπύρ» που βρίσκεται πια στη φαρέτρα των πυροσβεστών - Πότε θα μπορεί να εφαρμόζεται εφημ. Έθνος, 25/06/2022 https://www.ethnos.gr/greece/article/213582/fotiestieinaihmethodosantipyrpoybrisketaipiasthfaretratonpyrosbestonpotethamporeinaefarmozetai)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free