HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

αλογοουρά

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η ουρά του αλόγου
  2. είδος χτενίσματος όπου τα μαλλιά δένονται με ένα λαστιχάκι και κρέμονται σαν "ουρά" αλόγου στο πίσω μέρος του κεφαλιού

Ισοδύναμα

24 more languages

Παραδείγματα

“Το άλογο κουνούσε νευρικά την αλογοουρά του.”

The horse was nervously swishing its tail.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη αλογοουρά σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free