αγιοποιώ
Ορισμοί
-
ανακηρύσσω κάποιον άγιο literally
-
εξιδανικεύω, παρουσιάζω αρετές κάποιου με υπερβολικό τρόπο figuratively
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of αγιοποιώ.
Ισοδύναμα
27 more languages
العربيةقدس
Catalàsantificar
Danskkanonisere
Deutschheiligsprechen
Gaeilgenaomhainmnigh
Gàidhligcoisrig
עבריתקידש
Bahasa Indonesiamemberkati
日本語列聖する
Lëtzebuergeschhellegspriechen
Русскийканонизироватьобожестви́тьобожествля́тьосвятитьосвящатьпричи́слить к ли́ку святы́хпричисля́ть к ли́ку святы́хсакрализовать
中文封聖
Παραδείγματα
“※ Προσκύνησε στο Αουσβιτς και ζήτησε συγγνώμη για τη σιωπή της Καθολικής Εκκλησίας στην εξόντωση των Εβραίων, αλλά αγιοποίησε τους κροάτες δοσίλογους ιερωμένους.”
“※ Τώρα γιατί ο Πούτιν διάλεξε να ορίσει δεύτερη επίσημη προεδρική κατοικία, και μάλιστα στη γενέτειρά του την Αγία Πετρούπολη, προκάλεσε αρκετά ερωτήματα. Μία άποψη ήταν ότι οι Ρώσοι, οι οποίοι προσφάτως αγιοποίησαν τον τελευταίο τσάρο Νικόλαο Β’, θέλουν να αισθάνονται ότι διαθέτουν έναν νέο «πατερούλη» στην παλιά πρωτεύουσά τους.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free