HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of καθιερώνω | Babel Free

Verb CEFR B2

Ορισμοί

  1. κάνω κάτι επίσημο κι αναγνωρισμένο, του δίνω τον χαρακτήρα του θεσμού
  2. υιοθετώ κάτι σαν συνήθεια
  3. βοηθώ κάποιον / κάτι να επικρατήσει σε ένα χώρο
  4. εγκαινιάζω ναό

Ισοδύναμα

English Establish

Παραδείγματα

“καθιέρωσαν το δικαίωμα ψήφου”
“έχουμε καθιερώσει να περνάμε μαζί τις Κυριακές”
“το βιβλίο του τον καθιέρωσε στο αναγνωστικό κοινό”
“ο μητροπολίτης καθιερώνει σήμερα το ναό του Αγίου Γεωργίου”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See καθιερώνω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course