Meaning of καθιερώνω | Babel Free
Ορισμοί
- κάνω κάτι επίσημο κι αναγνωρισμένο, του δίνω τον χαρακτήρα του θεσμού
- υιοθετώ κάτι σαν συνήθεια
- βοηθώ κάποιον / κάτι να επικρατήσει σε ένα χώρο
- εγκαινιάζω ναό
Ισοδύναμα
English
Establish
Παραδείγματα
“καθιέρωσαν το δικαίωμα ψήφου”
“έχουμε καθιερώσει να περνάμε μαζί τις Κυριακές”
“το βιβλίο του τον καθιέρωσε στο αναγνωστικό κοινό”
“ο μητροπολίτης καθιερώνει σήμερα το ναό του Αγίου Γεωργίου”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.