Conjugation of αγιοποιώ
a.ʝi.o.pi.ˈoεξιδανικεύω, παρουσιάζω αρετές κάποιου με υπερβολικό τρόπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγιοποιώ |
| εσύ | αγιοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγιοποιεί |
| εμείς | αγιοποιούμε |
| εσείς | αγιοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγιοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | αγιοποιούσα |
| εσύ | αγιοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγιοποιούσε |
| εμείς | αγιοποιούσαμε |
| εσείς | αγιοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγιοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αγιοποίησα |
| εσύ | αγιοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγιοποίησε |
| εμείς | αγιοποιήσαμε |
| εσείς | αγιοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγιοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγιοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγιοποιήσω |
| εσύ | αγιοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγιοποιήσει |
| εμείς | αγιοποιήσουμε |
| εσείς | αγιοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγιοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αγιοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγιοποίησε |
| εσείς | αγιοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγιοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αγιοποιούμαι |
| εσύ | αγιοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγιοποιείται |
| εμείς | αγιοποιούμαστε |
| εσείς | αγιοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγιοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | αγιοποιούμουν |
| εσύ | αγιοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγιοποιούνταν |
| εμείς | αγιοποιούμασταν |
| εσείς | [αγιοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγιοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | αγιοποιήθηκα |
| εσύ | αγιοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγιοποιήθηκε |
| εμείς | αγιοποιηθήκαμε |
| εσείς | αγιοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγιοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αγιοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αγιοποιηθώ |
| εσύ | αγιοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αγιοποιηθεί |
| εμείς | αγιοποιηθούμε |
| εσείς | αγιοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αγιοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αγιοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αγιοποιήσου |
| εσείς | αγιοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αγιοποιηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.