HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αγιοποιώ — definition

Conjugation of αγιοποιώ

Regular CEFR B2
a.ʝi.o.pi.ˈo

εξιδανικεύω, παρουσιάζω αρετές κάποιου με υπερβολικό τρόπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγιοποιώ
εσύ αγιοποιείς
αυτός / αυτή / αυτό αγιοποιεί
εμείς αγιοποιούμε
εσείς αγιοποιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιοποιούν
Παρατατικός
εγώ αγιοποιούσα
εσύ αγιοποιούσες
αυτός / αυτή / αυτό αγιοποιούσε
εμείς αγιοποιούσαμε
εσείς αγιοποιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιοποιούσαν
Αόριστος
εγώ αγιοποίησα
εσύ αγιοποίησες
αυτός / αυτή / αυτό αγιοποίησε
εμείς αγιοποιήσαμε
εσείς αγιοποιήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιοποίησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγιοποιήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγιοποιήσω
εσύ αγιοποιήσεις
αυτός / αυτή / αυτό αγιοποιήσει
εμείς αγιοποιήσουμε
εσείς αγιοποιήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιοποιήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγιοποιείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγιοποίησε
εσείς αγιοποιήστε
Απαρέμφατο αορίστου
αγιοποιήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αγιοποιούμαι
εσύ αγιοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό αγιοποιείται
εμείς αγιοποιούμαστε
εσείς αγιοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιοποιούνται
Παρατατικός
εγώ αγιοποιούμουν
εσύ αγιοποιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αγιοποιούνταν
εμείς αγιοποιούμασταν
εσείς [αγιοποιούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά αγιοποιούνταν
Αόριστος
εγώ αγιοποιήθηκα
εσύ αγιοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό αγιοποιήθηκε
εμείς αγιοποιηθήκαμε
εσείς αγιοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιοποιήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αγιοποιηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αγιοποιηθώ
εσύ αγιοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό αγιοποιηθεί
εμείς αγιοποιηθούμε
εσείς αγιοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αγιοποιηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αγιοποιείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αγιοποιήσου
εσείς αγιοποιηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αγιοποιηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary