Meaning of άλικος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει έντονα κόκκινο χρώμα
-
που έχει σχέση με τον Αλή (π.χ. Αλή πασά, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτόν dated, formal
-
σχετικός με το άλικο χρώμα figuratively
Ισοδύναμα
English
Scarlet
Παραδείγματα
“άλικος (χρώμα):”
“άλικα χείλη”
“άλικα φιλιά”
“※ Οὐδ’ ἡ Πελοπόννησος ἔμεινεν ἄγευστος τῶν Ἀλικῶν δεινῶν. (Κωνσταντίνος Κούμας, Ἱστορίαι τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἕως τῶν ἡμερῶν μας, ἐκ παλαιῶν ἀπανθισθεῖσαι, καὶ τὰ νεώτερα ἐξ ἀρίστων Γερμανῶν ἱστοριογράφων ἐλευθέρως μεταφρασθεῖσαι ὑπὸ Κ. Μ. Κούμα, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Ἀντωνίου Αὐκούλου (Anton v. Haykul), ἐν Βιέννῃ τῆς Αὐστρίας 1832, τ. 12, σελ. 550)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.