HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άλικος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. που έχει έντονα κόκκινο χρώμα
  2. που έχει σχέση με τον Αλή (π.χ. Αλή πασά, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτόν
    dated, formal
  3. σχετικός με το άλικο χρώμα
    figuratively

Ισοδύναμα

English Scarlet

Παραδείγματα

“άλικος (χρώμα):”
“άλικα χείλη”
“άλικα φιλιά”
“※ Οὐδ’ ἡ Πελοπόννησος ἔμεινεν ἄγευστος τῶν Ἀλικῶν δεινῶν. (Κωνσταντίνος Κούμας, Ἱστορίαι τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἕως τῶν ἡμερῶν μας, ἐκ παλαιῶν ἀπανθισθεῖσαι, καὶ τὰ νεώτερα ἐξ ἀρίστων Γερμανῶν ἱστοριογράφων ἐλευθέρως μεταφρασθεῖσαι ὑπὸ Κ. Μ. Κούμα, ἐκ τῆς Τυπογραφίας Ἀντωνίου Αὐκούλου (Anton v. Haykul), ἐν Βιέννῃ τῆς Αὐστρίας 1832, τ. 12, σελ. 550)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άλικος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course