Meaning of άγριος | Babel Free
/ˈa.ɣɾi.os/Ορισμοί
- που ζει ελεύθερος στη φύση, δεν έχει εξημερωθεί από τον άνθρωπο
- που δεν έχει ανεπτυγμένο τεχνικό πολιτισμό
- σκληρός, επιθετικός
- ανυπότακτος
- δύσκολος να αντιμετωπιστεί, αφιλόξενος
- πολύ έντονος
- τραχύς
Παραδείγματα
“Τα άγρια ζώα δεν είναι εξοικειωμένα με τον άνθρωπο, τον φοβούνται και τον αποφεύγουν.”
“το κυνήγι αγρίων ζώων - κατοικίδια ζώα που ξαναγύρισαν σε αγρία κατάσταση”
“άγριο βλέμμα”
“Οι κάτοικοι που ζούσαν στα βουνά των περιοχών αυτών ήσαν άγριοι, ανυπότακτοι, πολύ θαρραλέοι και λάτρευαν την ελευθερία τους (από το λήμμα Λαζοίτης Βικιπαίδειας)”
“η Άγρια Δύση, άγρια δάση, άγρια καταιγίδα”
“※ Ἀνάμεσα μιὰ ἄγρια βλάστησις ἔδειχνε τὴν ἐμορφιά της στὴν ἄπειρη συμφωνία τῶν χρωμάτων της. (Γεράσιμος Bώκος, Πεντέλη)”
“※ το άγριο ποδοβολητό του οινοπνεύματος στις φλέβες ή ο άγριος βήχας αφυπνίζουν τα σπλάχνα (Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορίες του βλέμματος, εφημερίδα Το Βήμα, 9-7-2000)”
“τρίψε με γυαλόχαρτο τον τοίχο να γίνει λιγότερο άγριος”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.