Σημασία του άγριος | Babel Free
ˈa.ɣɾi.osΟρισμοί
Ισοδύναμα
Ελληνικά
αβοτάνιστος
αγεώργητος
αδέψητος
ακαλλιέργητος
ανόργωτος
απελέκητος
ασκάλιστος
ασμίλευτος
άσπαρτος
ατόρνευτος
πρωτόγονος
Suomi
viljelemätön
हिन्दी
बीहड़
Bahasa Indonesia
bera
日本語
荒
한국어
돌
Polski
zapyziały
Română
sălbatic
Српски
divlji
Svenska
tarvlig
Tiếng Việt
hoang
Παραδείγματα
“Τα άγρια ζώα δεν είναι εξοικειωμένα με τον άνθρωπο, τον φοβούνται και τον αποφεύγουν.”
“το κυνήγι αγρίων ζώων - κατοικίδια ζώα που ξαναγύρισαν σε αγρία κατάσταση”
“άγριο βλέμμα”
“Οι κάτοικοι που ζούσαν στα βουνά των περιοχών αυτών ήσαν άγριοι, ανυπότακτοι, πολύ θαρραλέοι και λάτρευαν την ελευθερία τους (από το λήμμα Λαζοίτης Βικιπαίδειας)”
“η Άγρια Δύση, άγρια δάση, άγρια καταιγίδα”
“※ Ἀνάμεσα μιὰ ἄγρια βλάστησις ἔδειχνε τὴν ἐμορφιά της στὴν ἄπειρη συμφωνία τῶν χρωμάτων της. (Γεράσιμος Bώκος, Πεντέλη)”
“※ το άγριο ποδοβολητό του οινοπνεύματος στις φλέβες ή ο άγριος βήχας αφυπνίζουν τα σπλάχνα (Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ιστορίες του βλέμματος, εφημερίδα Το Βήμα, 9-7-2000)”
“τρίψε με γυαλόχαρτο τον τοίχο να γίνει λιγότερο άγριος”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free