Meaning of πρωτόγονος | Babel Free
/pɾoˈtoɣonos/Ορισμοί
- που βρίσκεται σε ένα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης
- που δεν επηρεάζεται από τον πολιτισμό
-
που δε συμβαδίζει με τον πολιτισμό offensive
Παραδείγματα
“το πρωτόγονο έχει την δυναμική της προοπτικής”
“※ λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 182)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.