άγκυρα
Ορισμοί
- δοτική ενικού του άγκυρα (λόγιο)
- εξάρτημα πλοίου κατασκευασμένο από μέταλλο, που χρησιμοποιείται για τη σταθεροποίηση της θέσης του όταν δεν κινείται
- η πρωτεύουσα της Τουρκίας
- είναι γενική έννοια στον προγραμματισμό που αναφέρεται σε θέση
- anchor: το σημείο της σελίδας όπου οδηγεί ένας υπερσύνδεσμος σε ένα σύστημα υπερκειμένου (συνήθως τίτλος παραγράφου της σελίδας), που όταν δεν έχει οριστεί υπονοεί την αρχή της σελίδας
- είναι ένας από τους μεταχαρακτήρες ^ και $, που προσδιορίζουν την αρχή και το τέλος αντίστοιχα, μιας συμβολοσειράς
Ισοδύναμα
40 more languages
AfrikaansAnkara
Azərbaycan diliAnkara
БългарскиАнкара
ČeštinaAnkara
EsperantoAnkaro
فارسیآنکارا
Suomiankara
GalegoAncara
עבריתאנקרה
हिन्दीअंकारा
ՀայերենԱնկարա
Bahasa IndonesiaAnkara
日本語アンカラ
ქართულიანკარა
ភាសាខ្មែរអង់ការ៉ា
한국어앙카라
КыргызчаАнкара
LatinaAncyra
LietuviųAnkara
LatviešuAnkara
МакедонскиАнкара
РусскийАнкара
SlovenčinaAnkara
SlovenščinaAnkara
ไทยอังการา
TürkçeAnkara
УкраїнськаАнкара
Tiếng ViệtĂng-ca-ra
中文安卡拉
繁體中文安卡拉
Παραδείγματα
“ρίχνω άγκυρα”
to drop anchor
“σηκώνω άγκυρα”
to weigh/raise anchor
“παλιότερη πολυτονική γραφή: Ἄγκυρα”
“επ' αγκύρα”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free