Meaning of άγαρμπος | Babel Free
/ˈa.ɣaɾ.bos/Ορισμοί
- άκομψος, κακοφτιαγμένος
- άχαρος, αδέξιος, άτσαλος
- ανάρμοστος, άξεστος
Παραδείγματα
“άγαρμπο σώμα”
“※ Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα. (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκη, 2024)”
“έχει άγαρμπη συμπεριφορά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.