Σημασία του άγαρμπος | Babel Free
ˈa.ɣaɾ.bosΟρισμοί
- άκομψος, κακοφτιαγμένος
- άχαρος, αδέξιος, άτσαλος
- ανάρμοστος, άξεστος
Ισοδύναμα
Български
тромав
Bosanski
Kaba
Ελληνικά
ακαλαίσθητος
άκομψος
απειρόκαλος
ασουλούπωτος
ατσούμπαλος
δυσκίνητος
ζωντόβολο
παιδοβούβαλος
Français
abruti
boulet
empoté
frustre
frustre
frustré
goujat
inélégant
ingrat
ingrat
maladroit
maladroit
mufle
rustre
Hrvatski
Kaba
Bahasa Indonesia
janggal
한국어
멋없다
Српски
Kaba
Українська
незграбний
Παραδείγματα
“άγαρμπο σώμα”
“※ Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα. (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκη, 2024)”
“έχει άγαρμπη συμπεριφορά”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free