HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άγαρμπος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/ˈa.ɣaɾ.bos/

Ορισμοί

  1. άκομψος, κακοφτιαγμένος
  2. άχαρος, αδέξιος, άτσαλος
  3. ανάρμοστος, άξεστος

Ισοδύναμα

English Lummox Ungainly

Παραδείγματα

“άγαρμπο σώμα”
“※ Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα. (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκη, 2024)”
“έχει άγαρμπη συμπεριφορά”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άγαρμπος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course