άγαρμπος
Ορισμοί
- άκομψος, κακοφτιαγμένος
- άχαρος, αδέξιος, άτσαλος
- ανάρμοστος, άξεστος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“άγαρμπο σώμα”
“※ Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα. (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκη, 2024)”
“έχει άγαρμπη συμπεριφορά”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free