Meaning of ζωντόβολο | Babel Free
/zonˈdovolo/Ορισμοί
- ζώο, συνήθως μουλάρι ή γαϊδούρι
-
ο ανόητος, αυτός που δεν ξέρει τι του γίνεται offensive
-
μικρό άτακτο παιδί diminutive
Παραδείγματα
“Πάλι κατόρθωσε να σπάσει τα βάζα μου αυτό το ζωντόβολο!”
That big lummox managed to break my vases again!
“μα τι ζωντόβολο είναι, όλο αταξίες κάνει!”
“μα πού έχει κρυφτεί πάλι; θα με σκάσει αυτό το ζωντόβολο!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.