HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of άκομψος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B1

Ορισμοί

  1. ακαλλώπιστος, ακαλαίσθητος στην εμφάνιση, κακοντυμένος
  2. άγαρμπος, απότομος, χωρίς λεπτότητα, χοντροκομμένος στους τρόπους, στις εκφράσεις

Παραδείγματα

“※ ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση, μια «φλασιά» - μου αρέσει αυτή η άκομψη λέξη. Ίσως γιατί μεταφέρει τη φρεσκάδα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των νέων, που αμφισβητούν τις καθωσπρέπει εκφράσεις και συμπεριφορές που επικροτούν οι μεγάλοι. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκης, 2014)”
“Αυτό ήταν άκομψο! Μπορούσες να του κάνεις την υπόδειξη πιο ευγενικά”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See άκομψος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course