Meaning of άκομψος | Babel Free
Ορισμοί
- ακαλλώπιστος, ακαλαίσθητος στην εμφάνιση, κακοντυμένος
- άγαρμπος, απότομος, χωρίς λεπτότητα, χοντροκομμένος στους τρόπους, στις εκφράσεις
Παραδείγματα
“※ ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση, μια «φλασιά» - μου αρέσει αυτή η άκομψη λέξη. Ίσως γιατί μεταφέρει τη φρεσκάδα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των νέων, που αμφισβητούν τις καθωσπρέπει εκφράσεις και συμπεριφορές που επικροτούν οι μεγάλοι. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκης, 2014)”
“Αυτό ήταν άκομψο! Μπορούσες να του κάνεις την υπόδειξη πιο ευγενικά”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.