Σημασία του άγλυκος | Babel Free
ˈa.ɣli.kosΟρισμοί
- καθόλου γλυκός
-
άνοστος general
-
ανούσιος, άτονος figuratively, general
Ισοδύναμα
العربية
آسن
Ελληνικά
άγευστος
αγλύκαντος
άγουστος
ακαλαίσθητος
άκομψος
ανούσιος
απειρόκαλος
αφιλόκαλος
άχυμος
κακόγουστος
σκέτος
עברית
תפל
Українська
прісний
Παραδείγματα
“Δεν έβαλα αρκετή ζάχαρη στο κέικ και μου βγήκε άγλυκο.”
“※ Έφαγαν κρέπες με μαρμελάδα άγριο μύρτιλλο και άγλυκη σαντιγί. Ο Χάρης χάζευε τη Μάγια να κόβει κομματάκια απ' την κρέπα της και να τα φέρνει σιγά σιγά στο στόμα. Ήταν χάρμα οφθαλμών. Ποτέ δε μιλούσε με γεμάτο στόμα. Δεν έριχνε ψίχουλα. Δεν έκανε τσαπατσουλιές.”
“≋ ταυτόσημα: ανάγλυκος”
“άγλυκο ψωμί”
“άγλυκη ομιλία”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free