Meaning of άγλυκος | Babel Free
/ˈa.ɣli.kos/Ορισμοί
- καθόλου γλυκός
-
άνοστος general
-
ανούσιος, άτονος figuratively, general
Παραδείγματα
“Δεν έβαλα αρκετή ζάχαρη στο κέικ και μου βγήκε άγλυκο.”
“※ Έφαγαν κρέπες με μαρμελάδα άγριο μύρτιλλο και άγλυκη σαντιγί. Ο Χάρης χάζευε τη Μάγια να κόβει κομματάκια απ' την κρέπα της και να τα φέρνει σιγά σιγά στο στόμα. Ήταν χάρμα οφθαλμών. Ποτέ δε μιλούσε με γεμάτο στόμα. Δεν έριχνε ψίχουλα. Δεν έκανε τσαπατσουλιές.”
“≋ ταυτόσημα: ανάγλυκος”
“άγλυκο ψωμί”
“άγλυκη ομιλία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.