-πώλης
Ορισμοί
επίθημα ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε άτομο το οποίο πουλά το αναφερόμενο στο α′ συνθετικό
formal
Ισοδύναμα
24 more languages
Češtinamaloobchodník
Ελληνικά-είο-ισμός-πωλείοαγριομιλώακαθάριστοςακάτιοςαπογραφικόςαπύρηνοςαυτοδιαλύομαιεμβολίζωκαι τα λοιπάσιδηροδρομικός
Gaeilgemiondíoltóir
Galegoencetar
हिन्दीख़ुदरा
Nederlandsmiddenstander
Ikinyarwandaogosha
Tagalogmagtitingi
Tiếng Việtsốp
Παραδείγματα
“χαρτί (chartí, “paper”) + -πώλης (-pólis) → χαρτοπώλης (chartopólis, “stationer”)”
“βιβλίο (vivlío, “book”) + -πώλης (-pólis) → βιβλιοπώλης (vivliopólis, “bookseller”)”
“ανθοπώλης, ιχθυοπώλης, λαχειοπώλης, παντοπώλης”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free