Meaning of -πώλης | Babel Free
/ˈpo.lis/Ορισμοί
επίθημα ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε άτομο το οποίο πουλά το αναφερόμενο στο α′ συνθετικό
formal
Παραδείγματα
“χαρτί (chartí, “paper”) + -πώλης (-pólis) → χαρτοπώλης (chartopólis, “stationer”)”
“βιβλίο (vivlío, “book”) + -πώλης (-pólis) → βιβλιοπώλης (vivliopólis, “bookseller”)”
“ανθοπώλης, ιχθυοπώλης, λαχειοπώλης, παντοπώλης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.