-πωλείο
Ορισμοί
επίθημα ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε κατάστημα στο οποίο πωλείται το αναφερόμενο στο α′ συνθετικό
formal
Ισοδύναμα
9 more languages
Ελληνικά-είο-ισμός-πώληςαγριομιλώακαθάριστοςακάτιοςαπογραφικόςαπύρηνοςαυτοδιαλύομαιεμβολίζωκαι τα λοιπάσιδηροδρομικός
Galegoencetar
Italianoetc
Kurdîçarik
Latinacriminaretur
Ikinyarwandaogosha
Παραδείγματα
“σίδηρος (sídiros, “iron”) + -πωλείο (-poleío) → σιδηροπωλείο (sidiropoleío, “ironmonger”)”
“βιβλίο (vivlío, “book”) + -πωλείο (-poleío) → βιβλιοπωλείο (vivliopoleío, “bookshop”)”
“ανθοπωλείο, βιβλιοπωλείο, ιχθυοπωλείο, παντοπωλείο”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free