Meaning of -ρραγία | Babel Free
/ɾaˈʝi.a/Ορισμοί
δεύτερο συνθετικό για το σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν αιμορραγία του μέρους του σώματος που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“αιμορραγία”
“σπληνορραγία (αιμορραγία στη σπλήνα)”
“πυορραγία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.