Meaning of -ρροια | Babel Free
/ɾi.a/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό για το σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν
- ροή από αντικείμενο ή με αιτιολογία ή συχνότητα που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
- ροή υγρού από μέρος του σώματος που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
Ισοδύναμα
English
-rrhea
Παραδείγματα
“ανθόρροια (ροή ανθέων)”
“εμμηνόρροια, λογόρροια, πτερόρροια, απόρροια, παλίρροια, πυόρροια”
“ομαλόρροια (ροή από τον ομφαλ )”
“προστατόρροια, σμηγματόρροια”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.