Meaning of -είο | Babel Free
/ˈi.o/Ορισμοί
- τόπο, συνήθως κατάστημα, εργαστήριο ή γενικότερα οποιοδήποτε κτίριο
- παραγωγή από ουσιαστικά, συνήθως επαγγέλματα:
- αιτιατική ενικού του -είος
- παραγωγή από ρήματα:
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του -είος
-
υπηρεσία, αρχή και τα πρόσωπα που την αποτελούν figuratively
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του -είος
Παραδείγματα
“ιατρός (iatrós, “doctor”) + -είο (-eío) → ιατρείο (iatreío, “doctor's surgery”)”
“νεκρός (nekrós, “dead”) + τάφος (táfos, “grave”) + -είο (-eío) → νεκροταφείο (nekrotafeío, “cemetery”)”
“έλαιο (élaio, “oil”) + τρίβω (trívo, “to grind”) + -είο (-eío) → ελαιοτριβείο (elaiotriveío, “olive press”)”
“άρτος (ártos, “bread”) + πωλώ (poló, “to sell”) + -είο (-eío) → αρτοπωλείο (artopoleío, “bread shop”)”
“κυβερν(άω, -ώ) (kyvern(áo, -ó), “govern”) + -είο (-eío) → κυβερνείο (kyverneío, “government house”)”
“τηλέγραφος > τηλεγραφείο”
“λιμενάρχης > λιμεναρχείο”
“λεωφόρος > λεωφορείο”
“βιβλιοδέτης > βιβλιοδετείο”
“κυβερνώ > κυβερνείο”
“διδάσκαλος > διδασκαλείο”
“εφέτης > εφετείο”
“αρχηγός > αρχηγείο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.