Meaning of -λόγος | Babel Free
/ˈlo.ɣos/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό αρσενικών και θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει:
- πρόσωπο του οποίου τα λόγια χαρακτηρίζονται από το πρώτο συνθετικό
- β′ συνθετικό επιθέτων τα οποία περιγράφουν τον λόγο
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε μορφές ή τμήματα του λόγου
- ειδικό γιατρό ή γενικότερα ειδικό επιστήμοναςεπιστήμονα, του οποίου η ειδικότητα εκφράζεται από το πρώτο συνθετικό
- πρόσωπο που συλλέγει ή μαζεύει αυτό που εκφράζει το πρώτο συνθετικό
- εργαλείο κατάλληλο για την εργασία που συνεπάγεται το πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“ακριβολόγος”
“καρδιολόγος, αρχαιολόγος”
“ανθολόγος”
“βιδολόγος”
“αξιόλογος, γενικόλογος, λιγόλογος”
“διάλογος, επίλογος, κατάλογος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.