Meaning of -λόι | Babel Free
/ˈlo.i/Ορισμοί
κατάληξη που τίθεται σε παράγωγα από ονόματα ουσιαστικά που δηλώνουν το σύνολο ή μια μεγάλη συγκέντρωση ή αριθμό απ’ αυτό που δηλώνει το α’ συνθετικό
familiar, offensive
Παραδείγματα
“συγγενολόι, σκυλολόι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.