Meaning of -λουτρο | Babel Free
/lu.tɾo/Ορισμοί
β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε λουτρό, ιδίως ιαματικό
Παραδείγματα
“αμμόλουτρο, λασπόλουτρο, οφθαλμόλουτρο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.