Meaning of -μάλλης | Babel Free
/ˈma.lis/Ορισμοί
δεύτερο συνθετικό για το σχηματισμό επιθέτων που χαρακτηρίζουν το είδος (μορφή, χρώμα, μήκος) των μαλλιών ενός προσώπου
Παραδείγματα
“μακρύς - μακρυμάλλης”
“κατσαρός - κατσαρομάλλης”
“άσπρος - ασπρομάλλης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.