Meaning of -λογώ | Babel Free
/loˈɣo/Ορισμοί
- β’ συνθετικό σύνθετων ρημάτων που δηλώνουν
- ότι λέγεται αυτό που δείχνει το α’ συνθετικό ή υπάρχουν σχετικές αναφορές
- ότι κάποιος μαζεύει ό,τι δείχνει το α’ συνθετικό
- ότι επαναλαμβάνεται ό,τι δείχνει το α’ συνθετικό
- ότι γίνεται αυτό που δηλώνει το α συνθετικό ή με τον τρόπο του α’ συνθετικού
Παραδείγματα
“υμνολογώ, ηθικολογώ”
“στρατολογώ, κορφολογώ”
“χαϊδολογώ”
“προχειρολογώ”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.