Meaning of ἁρμός | Babel Free
/aɾˈmos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες
- το κενό, σχισμή, που δημιουργείται μεταξύ δυο επιφανειών που έχουν συνενωθεί
- οι κλειδώσεις στα κόκκαλα, η άρθρωση
- είδος εσωτερικού σύρτη πόρτας
- το ταίριασμα συγχορδιών και μελωδιών, δηλαδή η αρμονία
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.