Meaning of ωμός | Babel Free
/oˈmos/Ορισμοί
- (για τρόφιμα, κρέας, λαχανικά) που δεν έχει ψηθεί ή δεν έχει βραστεί
- (σπάνιο, για καρπούς) που δεν έχει ωριμάσει ακόμη
- (για πηλό, πλίνθο, αγγείο) που δεν έχει ψηθεί ακόμη στο καμίνι
-
χωρίς ευαισθησία και ευγένεια figuratively
- που δεν έχει ηθικές αναστολές ή αυτοσυγκράτηση
Παραδείγματα
“λεπτές στρώσεις ωμού μοσχαρίσιου κρέατος”
thin layer of raw beef
“※ Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μέρος 1, Ο Καλαμάνθρωπος και τα Μαγικά Χαλιά του, εκδ. Ακακία, 2011 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%91%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CF%82_%CE%9C%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_1/2ry0BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC%22&pg=PT39&printsec=frontcover)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.