χερούλι
Ορισμοί
προεξέχον τμήμα ή εξάρτημα αντικειμένου, απ' όπου κανείς μπορεί να το πιάσει.
Ισοδύναμα
29 more languages
العربيةمقبض الباب
བོད་སྐད།སྒོའི་ལག་འཇུ
Catalàpom
Češtinaklika
हिन्दीघुंडी
Íslenskahúnn
Kurdîpom
Македонскиквака
Slovenčinakľučka
Svenskadörrhandtag
ไทยลูกบิด
Yorùbáoru
Παραδείγματα
“έφυγε το χερούλι της βαλίτσας”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free