Meaning of χερόψαρο | Babel Free
Ορισμοί
σπάνιο είδος ψαριού (γένος Brachionichthys) που φαίνεται σαν να έχει χέρια και να περπατάει στο βυθό της θάλασσας
Παραδείγματα
“Ένας νέος πληθυσμός σπανίων ψαριών σε παγκόσμιο επίπεδο, ανακαλύφθηκε στην Αυστραλία. Πρόκειται για το σπάνιο είδος του κόκκινου χερόψαρου, το οποίο εντοπίστηκε την περασμένη εβδομάδα σε μία περιοχή ίση περίπου με το μέγεθος δύο γηπέδων τένις, στον κόλπο Frederick Henry Bay στην Τασμανία. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.