Meaning of χήνα | Babel Free
/ˈçi.na/Ορισμοί
- νηκτικό πτηνό, με λευκό ή γκρίζο χρώμα, μοιάζει με την πάπια, έχει μακρύ λαιμό
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Χηνάς
- γυναικείο επώνυμο
-
εύπιστος άνθρωπος figuratively
-
το χιλιόδραχμο dated, slang
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.