Meaning of φούγκα | Babel Free
/ˈfu.ɡa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- πολυφωνικό είδος σύνθεσης, συνήθως οργανικής μουσικής, όπου η κάθε φωνή εκθέτει μια μελωδία που λέγεται θέμα, το αντίθεμά της, αναπτύσσει και άλλα επεισόδια ανταπαντώντας η μια στην άλλη με τρόπο αντιστικτικό και ταιριαστό
Ισοδύναμα
English
Fugue
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.