Meaning of φουσκώνω | Babel Free
/fuˈsko.no/Ορισμοί
-
διοχετεύω αέρα στο εσωτερικό ενός αντικειμένου, ώστε αυτό να πάρει το λειτουργικό του σχήμα transitive
-
διοχετεύω αέρα στην μία πλευρά ενός αντικειμένου και έτσι κυρτώνω το σχήμα του transitive
-
αυξάνω τον όγκο ή την ποσότητα ενός πράγματος transitive
-
διογκώνομαι επειδή διοχετεύτηκε αέρας στο εσωτερικό μου intransitive
-
αυξάνομαι σε όγκο ή σε ποσότητα intransitive
-
νιώθω περηφάνια και αυτοπεποίθηση, αναπτερώνεται το ηθικό μου figuratively, intransitive
-
λέγεται όταν ανεβαίνει η στάθμη του νερού λόγω παλίρροιας intransitive
Παραδείγματα
“φουσκώνω τα λάστιχα του αυτοκινήτου, φουσκώνω ένα μπαλόνι”
“ο άνεμος φούσκωσε τα πανιά μας”
“το μπαλόνι φούσκωσε”
“φούσκωσε από περηφάνια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.