φουσκώνω
Ορισμοί
-
διοχετεύω αέρα στο εσωτερικό ενός αντικειμένου, ώστε αυτό να πάρει το λειτουργικό του σχήμα transitive
-
διοχετεύω αέρα στην μία πλευρά ενός αντικειμένου και έτσι κυρτώνω το σχήμα του transitive
-
αυξάνω τον όγκο ή την ποσότητα ενός πράγματος transitive
-
διογκώνομαι επειδή διοχετεύτηκε αέρας στο εσωτερικό μου intransitive
-
αυξάνομαι σε όγκο ή σε ποσότητα intransitive
-
νιώθω περηφάνια και αυτοπεποίθηση, αναπτερώνεται το ηθικό μου figuratively, intransitive
-
λέγεται όταν ανεβαίνει η στάθμη του νερού λόγω παλίρροιας intransitive
Ισοδύναμα
29 more languages
Esperantoenblovi
Gàidhligseid
עבריתניפח
हिन्दीफुलाना
Հայերենփչել
Italianoenfiare
한국어부풀다
Nederlandsopblazen
Polskidmuchaćnadmuchaćnadmuchiwaćnadymaćnapompowaćnapompować balonpompować balonrozdymaćzawyżaćzawyżyć
Românăumfla
Svenskablåsa upp
Türkçeşişirmek
Tiếng Việtthổi phồng
Παραδείγματα
“φουσκώνω τα λάστιχα του αυτοκινήτου, φουσκώνω ένα μπαλόνι”
“ο άνεμος φούσκωσε τα πανιά μας”
“το μπαλόνι φούσκωσε”
“φούσκωσε από περηφάνια”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free