HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του τόφου | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. προϊόν που φτιάχνεται από το γάλα σόγιας παρομοίως με το τυρί από το γάλα αγελάδας, κατσίκας, κλπ., και που χρησιμοποιείται ευρεία στην κινέζικη κι ιαπωνική κουζίνα

Ισοδύναμα

العربية تُوفُو
Български тофу
བོད་སྐད ཏོའོ་ཕུ
Čeština tofu
Deutsch Bohnenquark Tofu
English Tofu
Esperanto sojkazeo tofuo toŭfuo
Español tofu
Suomi tofu
Français tofou tofu
עברית טופו
हिन्दी टोफ़ू
Bahasa Indonesia tahu tofu
Italiano tofu
日本語 おかべ 白物 豆腐
Қазақша тофу
ខ្មែរ តៅហ៊ូ
한국어 두부
Македонски тофу
Монгол дүпү
Bahasa Melayu tauhu
မြန်မာဘာသာ တိုဟူး
Nederlands sojakaas tahoe tofoe
Polski tofu tofucznica
Português tofu
Svenska tofu
Tagalog tokwa
Türkçe tofu
ئۇيغۇرچە دۇفۇ
中文 豆腐
ZH-TW 豆腐

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τόφου σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free