HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τόφου

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. προϊόν που φτιάχνεται από το γάλα σόγιας παρομοίως με το τυρί από το γάλα αγελάδας, κατσίκας, κλπ., και που χρησιμοποιείται ευρεία στην κινέζικη κι ιαπωνική κουζίνα

Ισοδύναμα

EnglishTofu
Españoltofu
Françaistofoutofu
32 more languages
العربيةتُوفُو
Българскитофу
བོད་སྐད།ཏོའོ་ཕུ
Češtinatofu
Suomitofu
עבריתטופו
हिन्दीटोफ़ू
Bahasa Indonesiatahutofu
Italianotofu
日本語おかべ白物豆腐
Қазақ тілітофу
ភាសាខ្មែរតៅហ៊ូ
한국어두부
Македонскитофу
Монголдүпү
Bahasa Melayutauhu
မြန်မာတိုဟူး
Portuguêstofu
Svenskatofu
Tagalogtokwa
Türkçetofu
ئۇيغۇرچەدۇفۇ
中文豆腐
繁體中文豆腐

Παραδείγματα

“Ο κύριος Τόφου μας υποδέχτηκε στο γραφείο.”

Mr. Tofou welcomed us into the office.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τόφου σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free