HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τρόλεϊ | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈtɾo.lei̯/

Ορισμοί

  1. ηλεκτροκίνητο λεωφορείο των αστικών συγκοινωνιών που ρευματοδοτείται μέσω δύο κεραιών από εναέρια σύρματα
  2. τραπεζάκι με ρόδες για μεταφορά ποτών ή τροφίμων

Ισοδύναμα

English trolley bus

Παραδείγματα

“Με την τηλεματική οι επιβάτες θα ενημερώνονται για τον ακριβή χρόνο διέλευσης των λεωφορείων και τρόλεϊ σε φωτεινό πίνακα σε κάθε στάση, στο κινητό τους τηλέφωνο ή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τους. (*)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τρόλεϊ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course