Meaning of τρομάρα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
μεγάλος τρόμος, λαχτάρα familiar
Ισοδύναμα
English
fright
Παραδείγματα
“※ Με δεδομένη την απουσία θεατρικής παιδείας, είναι αναπόφευκτο να λυμαίνονται το χώρο τυχάρπαστοι, ατάλαντοι φραγκοφονιάδες οι οποίοι προσποιούμενοι τους παιδαγωγούς (τρομάρα τους) λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα, ανεβάζοντας έργα που ... (Σάββας Πατσαλίδης, Θεατρική Θεσσαλονίκη, εκδ. University Studio Press, 2006, σελ. 262)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.