Meaning of τούβλο | Babel Free
/ˈtuvlo/Ορισμοί
- αντικείμενο που χρησιμεύει ως οικοδομικό υλικό· έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, κατασκευάζεται από πηλό και ψήνεται σε υψηλή θερμοκρασία
-
άνθρωπος που δεν μπορεί να καταλάβει και να αφομοιώσει τα σχολικά μαθήματα figuratively, offensive
Ισοδύναμα
English
Brick
Παραδείγματα
“Προσπαθούσε να φτιάξει την ταράτσα και του έπεσε το τούβλο στο κεφάλι.”
He was trying to fix the roof and a brick fell on his head.
“Άντε να βρεις άκρη μ’ αυτό το τούβλο!”
Good luck figuring anything out with that blockhead!
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.