HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τουρνικέ | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. συσκευή που περιστρέφεται από μια δύναμη αντίδρασης
  2. περιστρεφόμενος μηχανισμός από μέταλλο ο οποίος τοποθετείται στην είσοδο δημοσίων χώρων κι επιτρέπει να εισέρχεται σε αυτόν ένα άτομο κάθε φορά
  3. αιμοστατικό εξάρτημα, για περίδεση μελών του σώματος ώστε να μειωθεί στο έπακρο η ροή του αίματος.

Ισοδύναμα

English Turnstile

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τουρνικέ used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course