HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τέντα

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. κομμάτι, συνήθως από ειδικό ύφασμα ή πλαστικό, μαζί με έναν ειδικό μηχανισμό, για να ανοίγει και να κλείνει, που τοποθετείται μπροστά από ανοίγματα ή πάνω από χώρους ξεκούρασης και χρησιμοποιείται για προστασία από τον ήλιο ή και την βροχή
  3. ύφασμα ή πλαστικό που περιβάλλει και προστατεύει την καρότσα σε φορτηγά αυτοκίνητα

Ισοδύναμα

27 more languages
Българскина́вес
Catalàtendal
Češtinamarkýza
Danskmarkise
Esperantoaleromarkezo
Gaeilgecanbhás
עבריתסוכך
हिन्दीछज्जा
ქართულიტენტი
Latinavelarium
Bahasa Melayukajang
Nederlandsluifel
Polskimarkiza
Portuguêstoldo
Svenskamarkis
Türkçesayvantente
Українськакозирок
Tiếng Việthiên

Παραδείγματα

“Στήσαμε την τέντα κοντά στη θάλασσα.”

We set up the tent near the sea.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τέντα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free