Meaning of σύνεργο | Babel Free
Ορισμοί
- εργαλείο που χρησιμοποιείται από τεχνίτη ή επαγγελματία στη δουλειά του
- αιτιατική ενικού του συνεργός
-
απαραίτητο μέσο για την ολοκλήρωση μιας εργασίας ή ενός έργου broadly
Ισοδύναμα
English
Utensil
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.