Meaning of σκεύος | Babel Free
/ˈsce.vos/Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- καθένα από τα διάφορα αντικείμενα για οικιακή ή άλλη χρήση (π.χ. μαγείρεμα)
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Σκεύου)
Ισοδύναμα
English
Utensil
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.