Meaning of συνάπτω | Babel Free
/siˈna.pto/Ορισμοί
- συνενώνω, συνδέω
- συμφωνώ, αποδέχομαι, επικυρώνω (με αιτιατική ουσιαστικού ως αντικείμενο παίρνει τη σημασία του σχετικού ρήματος που προκύπτει από το ουσιαστικό ή είναι ομόρριζό του)
Παραδείγματα
“συνάπτω συνθήκη: συνθηκολογώ”
“συνάπτω μάχη: μάχομαι”
“συνάπτω γάμο: παντρεύομαι”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.