HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← συνάπτω — definition

Conjugation of συνάπτω

Regular CEFR B1
siˈna.pto

συμφωνώ, αποδέχομαι, επικυρώνω (με αιτιατική ουσιαστικού ως αντικείμενο παίρνει τη σημασία του σχετικού ρήματος που προκύπτει από το ουσιαστικό ή είναι ομόρριζό του) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνάπτω
εσύ συνάπτεις
αυτός / αυτή / αυτό συνάπτει
εμείς συνάπτουμε
εσείς συνάπτετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνάπτουν[ε]
Παρατατικός
εγώ σύναπτα
εσύ σύναπτες
αυτός / αυτή / αυτό σύναπτε
εμείς συνάπταμε
εσείς συνάπτατε
αυτοί / αυτές / αυτά σύναπταν
Αόριστος
εγώ σύναψα
εσύ σύναψες
αυτός / αυτή / αυτό σύναψε
εμείς συνάψαμε
εσείς συνάψατε
αυτοί / αυτές / αυτά σύναψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συνάψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συνάψω
εσύ συνάψεις
αυτός / αυτή / αυτό συνάψει
εμείς συνάψουμε
εσείς συνάψετε
αυτοί / αυτές / αυτά συνάψουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σύναπτε
εσείς συνάπτετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σύναψε
εσείς συνάψτε
Απαρέμφατο αορίστου
συνάψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ συνάπτομαι
εσύ συνάπτεσαι
αυτός / αυτή / αυτό συνάπτεται
εμείς συναπτόμαστε
εσείς συνάπτεστε
αυτοί / αυτές / αυτά συνάπτονται
Παρατατικός
εγώ συναπτόμουν[α]
εσύ συναπτόσουν[α]
αυτός / αυτή / αυτό συναπτόταν
εμείς συναπτόμασταν
εσείς συναπτόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά συνάπτονταν
Αόριστος
εγώ συνάφθηκα
εσύ συνάφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό συνάφθηκε
εμείς συναφθήκαμε
εσείς συναφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά συνάφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα συναφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ συναφθώ
εσύ συναφθείς
αυτός / αυτή / αυτό συναφθεί
εμείς συναφθούμε
εσείς συναφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά συναφθούν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς συνάπτεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ συνάψου
εσείς συναφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
συναφθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary