Conjugation of συνάπτω
siˈna.ptoσυμφωνώ, αποδέχομαι, επικυρώνω (με αιτιατική ουσιαστικού ως αντικείμενο παίρνει τη σημασία του σχετικού ρήματος που προκύπτει από το ουσιαστικό ή είναι ομόρριζό του) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνάπτω |
| εσύ | συνάπτεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνάπτει |
| εμείς | συνάπτουμε |
| εσείς | συνάπτετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνάπτουν[ε] |
Παρατατικός
| εγώ | σύναπτα |
| εσύ | σύναπτες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σύναπτε |
| εμείς | συνάπταμε |
| εσείς | συνάπτατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σύναπταν |
Αόριστος
| εγώ | σύναψα |
| εσύ | σύναψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σύναψε |
| εμείς | συνάψαμε |
| εσείς | συνάψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σύναψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συνάψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συνάψω |
| εσύ | συνάψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνάψει |
| εμείς | συνάψουμε |
| εσείς | συνάψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνάψουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σύναπτε |
| εσείς | συνάπτετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σύναψε |
| εσείς | συνάψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συνάψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | συνάπτομαι |
| εσύ | συνάπτεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνάπτεται |
| εμείς | συναπτόμαστε |
| εσείς | συνάπτεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνάπτονται |
Παρατατικός
| εγώ | συναπτόμουν[α] |
| εσύ | συναπτόσουν[α] |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναπτόταν |
| εμείς | συναπτόμασταν |
| εσείς | συναπτόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνάπτονταν |
Αόριστος
| εγώ | συνάφθηκα |
| εσύ | συνάφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | συνάφθηκε |
| εμείς | συναφθήκαμε |
| εσείς | συναφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συνάφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα συναφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | συναφθώ |
| εσύ | συναφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | συναφθεί |
| εμείς | συναφθούμε |
| εσείς | συναφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | συναφθούν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | συνάπτεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | συνάψου |
| εσείς | συναφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | συναφθεί |